ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

23 Φεβρουαρίου 2017
By

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Τραγωδία Σοφοκλής

 ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Μετάφραση : Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Α Ν Τ Ι Γ Ο Ν Η

Η Αντιγόνη στον Κρέοντα. Επεισόδιο Τρίτο.

 ΑΝΤΙΓΟΝΗ Ναι, γιατί δεν ήταν ό Δίας, που μου τα ‘χε αυτά κήρυξη, ούτε η συγκάτοικη με τους θεούς του Κάτω κόσμου, η Δίκη, αυτούς τους νόμους μες στους ανθρώπους όρισαν. Και μήτε πίστευα τόση δύναμη πως νάχουν τα δικά σου κηρύγματα, ώστ’ ενώ είσαι θνητός να μπορής των θεών τους νόμους τους άγραφτους κι ασάλευτους να βιάζης. Γιατί όχι σήμερα και χτες, μα αιώνια ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει από πότε φανήκανε. Κι εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να τρομάξω θέλημ’ ανθρώπου κανενός και δώσω στους θεούς δίκη, παραβαίνοντας τους. Πως θα πεθάνω τόξερα. Πώς όχι ; και δίχως, τα κηρύγματά σου εσένα. Κι αν θα πεθάνω πριν της ώρας μου, κέρδος εγώ το λέω αυτό, γιατ’ όποιος ζη μες σε τόση όση εγώ δυστυχία, πώς να μην του είναι ο θάνατος του κέρδος ; έτσι κι εγώ τίποτα δεν τον έχω τον πόνο του θανάτου αυτού. Μα αν ήταν και το ανεχόμουν άταφος να μείνη της μητέρας μου ο γυιος στο θάνατο του, αυτό θα μου ήταν πόνος. Γι’ αυτά τ’ άλλα καθόλου δεν πονώ. Κι αν τώρα εσύ για άμυαλη με περνάς γι’ αυτά πού κάνω, ο άμυαλος ίσως γι’ άμυαλη με παίρνει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ Ω τάφε μου, ω νυφιάτικό μου, ω αιώνια, βαθιά στη γη σκαμμένη κατοικία μου, για σένα τώρα ξεκινώ να πάω προς τους δικούς μου, που ένα τόσο πλήθος έχει δεχτή απ’ αυτούς η Περσεφόνη. Στερνή τους τώρα εγώ και πολύ πιο άθλια πριν νάρθη ακόμα η ώρα μου πηγαίνω. Μα όταν θα φτάσω βέβαιη θρέφω ελπίδα να με δεχτή ο πατέρας μου με αγάπη, με αγάπη και συ, μάννα μου, με αγάπη, και συ, αδερφέ μου πολυλατρεμένε. Γιατί νεκρούς μ’ αυτά μου εγώ τα χέρια σας έλουσα, σας στόλισα και μ’ όλα τα νεκρικά σας τίμησα τα δώρα. Και τώρα, για να θάψω, Πολυνείκη, το δικό σου κορμί, τέτοια παθαίνω. Κι όμως δίκαια σε τίμησα, όπως κρίνουν όσοι έχουν γνώση, γιατί εγώ ποτέ μου μήτε παιδιών αν ήμουνα μητέρα, μήτ’ αν νεκρός ο άντρας μου εσεπόνταν, δε θάπαιρνα πάνω μου τέτοιο αγώνα ενάντια στην απόφαση της χώρας. Και χάρη σε ποιο νόμο αυτό που λέω ; Ο άντρας αν μου πεθάνη, θα μπορούσα κι άλλον να πάρω, και παιδί να κάμω απ’ άλλον άντρα, αν θάχανα το πρώτο. Μα μια που μόχουν μάννα και πατέρας Στον Άδη κατεβή, δεν είναι τρόπος ποτέ να γεννηθή αδερφός για μένα. Κι ενώ μ’ αυτό το νόμο πάνω απ’ όλους σ’ έβαλα εγώ, μυριάκριβε αδερφέ μου, έγκλημα ο Κρέοντας έκρινε και τόλμη ανήκουστη την πράξη αυτή, και τώρα με παίρνει έτσι απ’ τα χέρια και με σέρνει πριν τις χαρές του υμέναιου να γνωρίσω, πρι ‘δω άντρα πλάι μου, πριν παιδιά αναστήσω, μα έτσι παρατημένη από τους φίλους, ζωντανή κατεβαίνω η μαυρομοίρα στων πεθαμένων τα λημέρια, ενώ ποιο νόμο των Θεών έχω πατήση ; και γιατί πρέπει πια η δυστυχισμένη ελπίζω .στους θεούς ; ποιο σύμμαχό μου να κράξω, όταν με την ευσέβειά μου της ασεβείας την καταδίκη βρήκα ; 4 Μ’ αν περνούν στους θεούς αυτά για δίκια πεθαίνοντας θα ομολογούσα τότε πως ένοχη πεθαίνω, αν όμως οι άλλοι έχουν την αμαρτία, είθ’ ας μην πάθουν πιο πολλ’ απ’ όσα έτσι άδικα μου κάνουν.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α  Η Ηλέκτρα μόνη. Πρόλογος.

 ΗΛΕΚΤΡΑ Ω άγιο φως τουρανού και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις τη γη, πόσες μ’ άκουσες, πόσες φορές νά πικρό – θρηνωδώ κι αιματο-στηθοδέρνομαι όταν παίρν’ η αυγή να χαράζη ! Κι όσο πια για τις ολονυχτίες μου, Ξέρ’ η αθλία μου η κλίνη, στο σκότεινο μες αυτό το παλάτι, όσα δάκρυα για τον άμοιρο χύνω πατέρα μου, που εκεί κάτω στη χώρα τη βάρβαρη ο φονιάς δεν τον φίλεψε ο Άρης, μα η κακούργα μου η μάννα κι ο Αίγιστος, τάξιο ταίρι της, σαν ξυλοκόποι ένα δέντρο, του σκίσανε με πελέκι φονικό το κεφάλι, κι άλλος, έξω από μένα, δε βρέθη κανείς για να σ’ ελεηθή, που με τέτοιο, πατέρα μου, ελεεινό κι ανάξιο θάνατο πήγες. Όμως όχι, ποτέ του ποτέ δε θα πάψω τους θρήνους εγώ και τα ολόπικρ’ αυτά μοιρολόγια, όσο που θενά βλέπω ταστέρια τα ολόφεγγα και το φως της ημέρας αυτό. Και σα μιας αηδόνας, που τάλουβα έχει χάση παιδιά της, οι βόγγοι μου μπρος στις πόρτες αυτές του πατέρα μου θαντηχούν και θα κράζουνε σ’ όλους : Ω δώματα του Άδη και της Περσεφόνης, ω Ερμή τ’ Άλλου κόσμου, ω δέσποιν’ Αρά, ω εσείς, κόρες θεών σεβαστές Ερινύες, που επιβλέπετε τους αδικο-σκοτωμένους κι εκεινούς που κρυφά τα κρεβάτια των κλέβουν, μα ελάτε, βοηθάτε, εκδικήσετε του πατέρα μου το φόνο και σε μένα ταδέρφι μου στείλετε, γιατί πια δε μπορώ να υποφέρω μονάχη μου εγώ του καημού το ανεσήκωτο βάρος.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα στο Χορό. Επεισόδιο Πρώτο.

 ΗΛΕΚΤΡΑ Ντρέπομαι αλήθεια, φίλες μου, αν μ’ αυτούς τους πολλούς μου σας φαίνωμαι τους θρήνους, πως τόχω παρακάμει. Μα η θηλειά, που σφίγγει το λαιμό μου, με αναγκάζει, και συμπαθάτε με: γιατί και ποια άλλη γυναίκα της σειράς μου θα φερνόταν αλλιώς, αν έβλεπε καθώς τη βλέπω εγώ την πατρική τη συφορά μου, που εμπρός στα μάτια μου όλο, νύχτα μέρα, θεριεύει αντίς σιγά σιγά να σβήνη ; Και πρώτα η μάννα που μ’ εγέννα, είναι ο πιο άσπονδος εχθρός μου. Έπειτα, μέσα στα σπίτια τα δικά μου κάθομαι με του πατέρα μου τους δολοφόνους κάτω απ’ την εξουσία τους και στέκει στο χέρι τους ή νάχω ή να μην έχω ο,τι χρειάζομαι … Κι έτσι ποιες μέρες λες να περνώ, σα βλέπω θρονιασμένο τον Αίγιστο στο θρόνο του πατέρα και να φορή την ίδια τη στολή του και να κάνη σπονδές πλάϊ στην εστία όπου τον σκότωσε, σα βλέπω τέλος την έσχατη ξαδιαντροπιά των δυο τους, τον κακούργο στην κλίνη του πατρός μου με την αθλία μητέρα μου — αν μητέρα πάη να τη λέω, που μ’ αυτόν κοιμάται. Και δειχτεί τόση αποκοτιά, που πλάι στο μόλυσμ’ αυτό ζη χωρίς να τρέμη καμιά Ερινύα πια κι όχι αυτό μόνο, μα σα να καμαρώνη στα έργατά της, βρίσκει, ακριβώς, τη μέρα που με δόλο τον πατέρα μου σκότωσε και τότε στήνει χορούς και στους θεούς θυσίες τους σωτηρίους προσφέρει κάθε μήνα. Και ‘γω να βλέπω αυτά μες στο παλάτι, κλαίω, λυώνω και κρυφά θρηνώ, από μόνη, για την απαίσια μακαριά, που πήρε του πατέρα μου τόνομα, γιατί ούτε μπορώ να κλάψω όσο τραβά η καρδιά μου. Αμέσως η ευγενής με λόγια μόνο γυναίκ’ αυτή τέτοιες βρισιές μ’ αρχίζει: Θεομίσητο πλάσμα, μόνη εσύ τάχα έχεις χάση πατέρα ; κανείς άλλος δεν είδε πένθος ; κακό τέλος νάβρης κι άμποτε οι θεοί του Κάτω κόσμου ποτέ να μη σαφήσουν δίχως θρήνους. Έτσι βρίζει, μα όταν τυχόν ακούση 7 πως θάρθη ο Ορέστης, τότε σαν οχιά στήνετ’ εμπρός μου : Συ δε μου είσαι, αφρίζει, ή αιτία σ’ όλ’ αυτά ; έργο δικό σου δεν είναι να μ’ αρπάξης τον Ορέστη μες απ’ τα χέρια μου και να τον στείλης σε ασφάλεια έξω ; μα έγνοια σου και θάβρης ο,τι σ’ αξίζει με το παραπάνω. Έτσι γαυγίζει, ενώ μπροστά και κείνος πιο πολύ την κορώνει ο ξακουσμένος νυμφίος, αυτός ο πιο άναντρος του κόσμου, της ατιμίας το τέρας, που πολέμους πίσω μονάχα από γυναίκες ξέρει. Μα εγώ πάντα προσμένοντας πως θάρθη ο Ορέστης σ’ ολ’ αυτά να βάλη τέλος, χάνομαι η μαύρη, γιατί μόχει σβήση με τις παντοτινές αναβολές του όσες ελπίδες είχα και δεν είχα. Κι έτσι σε τέτοιες δυστυχίες, καλές μου, ούτε γνώση ούτ’ ευσέβεια να φυλάη μπορεί κανείς, μα έτσι το φέρν’ η ανάγκη, μες στα κακά κακό να παίρνη δρόμο.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα στο Χρυσόθεμη. Επεισόδιο Πρώτο.

ΗΛΕΚΤΡΑ Φριχτό είν’ αλήθεια, να’ σαι όποιου πατέρα είσαι παιδί, και να ξεχνάς εκείνον για να γνοιάζεσαι αυτήν πόχεις μητέρα. Γιατί από κείν’ είσαι βαλτή γι’ αυτές τις συμβουλές σου κι όχι αφ’ εαυτού σου. Μα παραδέξου έν’ απ’ τα δυο : ή ο νους σου καλά δεν είναι, ή πως, ενώ είσαι μ’ όλα τα σωστά σου, ξεχνάς ποιοι ‘ναί οι δικοί σου. Γιατί δεν είσαι συ που έλεγες τώρα, πως αν είχες τη δύναμη, το μίσος όλο σου θα τους έδειχτες ; Μα ενώ ζητώ με κάθε τρόπο εγώ να πάρω του πατέρα μου εκδίκηση, όχι μόνο δε με συντρέχεις, μα και μ’ αποτρέπεις. Δεν είναι αυτά λοιπόν, εκτός κακία, και δειλία μαζί ; γιατί έλα, πε μου, ή κάλλιο μάθε το από με : ποιο κέρδος θαχ’ αν αυτούς μου θάπαυα τους θρήνους ; δε ζω ; ναι, κακοζώ, το ξέρω, μα όσο με φτάνει εμένα. Κι έπειτα, ενοχλώ κι αυτούς, ώστε τιμή του πεθαμένου να κάνω, αν χάρη ‘ναι καμιά εκεί κάτω. Μα εσύ, που λες πως τους μισείς, μονάχα στα λόγια τους μισείς, ενώ ζης ένα με του πατέρα σου τους δολοφόνους. Όσο για μένα, εγώ ποτέ, κι αν ήταν να μούφερνε όλα σου κανείς τα δώρα, πού μ’ αυτά τώρα τόσο καμαρώνεις, δε θάσκυβα κεφάλι εμπρός των. Άμε νάχης στρωμένα εσύ πλούσια τραπέζια, να πλέης μέσα στ’ αγαθά. Για μένα μόνη τροφή μου ας είναι, να μην πνίγω τα αισθήματά μου. Κι ας μου λείπουν όλες οι δικές σου τιμές. Δεν τις ζηλεύω, όπως θε νάπρεπε και συ, αν είχες γνώση. Μα τώρα, ενώ ήταν να σε λένε παιδί του πιο λαμπρού πατέρ’ άπ’ όλους, τ’ όνομα της μητέρας σου προτίμα. Γιατί έτσι θενά μάθη τη ντροπή σου όλος ό κόσμος, αφού πρόδωσες νεκρό πατέρα κι όλους τους δικούς σου φίλους.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α  Η Ηλέκτρα στο Χρυσόθεμη. Επεισόδιο Πρώτο.

 ΗΛΕΚΤΡΑ Μα, ω καλή μου, άπ’ αυτά πόχεις στα χέρια, στον τάφο επάνω τίποτα μη βάλης, γιατ’ είναι κρίμ’ ανόσιο για σένα να πας εντάφια δώρα στον πατέρα από γυναίκα εχθρά και τις σπονδές της να του προσφέρης. Μα στους τέσσερεις σκόρπα τα ανέμους, ή παράχωσέ τα βαθιά βαθιά στη γη, που να μη φτάση σταλιά απ’ αυτά στη νεκρική του κοίτη. Μα σαν πεθάνη εκείνη, ας περιμένουν φυλαγμένα στη γη, να τα χαρή η ίδια. Και πρώτα, αν μέσα σ’ όλες τις γυναίκες δεν ήταν η πιο αδιάντροπη, ποτέ της δε θα έρραινε τις μισητές χοές της σ’ εκείνου, που η ίδια εσκότωσε, τον τάφο. Και σκέψου : με καλή καρδιά νομίζεις δώρα ο νεκρός πως θα δεχτή από κείνην, που αφού τον σκότωσε άτιμα, σα να ήταν εχθρός ακρωτηρίασε, κι απάνω σφούγγιξε στα μαλλιά του τις κηλίδες του φόνου του, για καθαρμό ; Μην τάχα πίστεψες πώς μ’ αυτά που πας θα λάβη του εγκλήματος της άφεση ; ποτέ της ! Μα έλα, παράτα τώρ’ αυτά και κόψε άκρες από τις μπούκλες τω μαλλιώ σου, κι από μέρος της άμοιρης εμένα — λίγα, μ’ άλλα δεν έχω — δος του αυτή προσφορά την πλεξίδα μου και τούτη τη φτωχό δουλεμένη μου τη ζώνη. Και πρόσπεσε και παρακάλεσέ τον νάβγη άπ’ τον τάφο πρόθυμος βοηθός μας ενάντια στους εχθρούς, κι ο γυιος του Ορέστης. Ζωντανός νικητής και τροπαιούχος κάτω απ’ τα πόδια του να τους πατήση, που έτσι και μεις στο μέλλον με πιο πλούσια χέρια να του στολίζωμε τον τάφο. Πιστεύω, ναι, πιστεύω πως και κείνος τα όνειρ’ αυτά της κακοσημαδιάς της να της στείλη θά φρόντισε. Μα ως τόσο 10 δόσε και συ χέρι, αδερφή, και βόηθα στην εκδίκηση, πούναι και δική σου και δική μου και του παμφίλτατού μας κοινού πατρός, που κοίτεται στον Άδη.

 Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Κλυταιμνήστρα στην Ηλέκτρα. Επεισόδιο Δεύτερο.

 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Απολυμένη καθώς βλέπω πάλι μας στρέφεσαι, γιατί δεν είναι δω ο Αίγιστος, που σε συγκρατούσε πάντα να μη ντροπιάζεις, κι έξω τους δικούς σου. Τώρα που εκείνος λείπει, δεν ψηφάς καθόλου έμενα. Μα όμως και δεν παύεις να λες και ξαναλές, πως σου είμαι τάχα δεσποτική και πως σε δυναστεύω έξω άπ’ το δίκιο και πως δείχτω κάθε για σε και τα δικά σου καταφρόνια. Μα εγώ δεν είμαι τέτοια, κι αν σε βρίζω, το κάνω απλώς για ναπαντώ στις τόσες συχνές βρισιές, που απ’ το στόμα σου ακούω. Γιατί ο πατέρας σου, και τίποτ’ άλλο, η αιώνια πρόφαση σου, πως νεκρός από το χέρι μου έπεσε. Και βέβαια, αυτό είναι η αλήθεια, και δε λέω καθόλου να ταρνηθώ μα η Δίκη ήταν κυρίως που τον σκότωσε, κι όχι εγώ μονάχη. Μα και συ θάταν χρέος σου να πάρης το μέρος της, αν τυχόν κι είχες γνώση. Γιατί αυτός ο πατέρας, πού δεν παύεις συ να θρηνής, μόνος μες στην Ελλάδα το βάσταξε θυσία να την προσφέρη την αδερφή σου στους θεούς, που εκείνος όχι τους ίδιους τράβηξε τους πόνους να τη σπείρη, με με σαν τη γεννούσα. Μα έστω. Μάθε μου κάν, για χάρη τίνος και για ποιους τη θυσίασε ; μην τάχα για τους Αργείους μου πης ; και ποιο είχαν δικαίωμα αυτοί να σφάξουν το παιδί μου ; μ’ αν για τον αδερφό του το Μενέλαο έσφαξε το δικό μου, δε χρωστούσε να μου το πλέρωνε λοιπόν ; μην τάχα δεν είχ’ εκείνος δυο παιδιά, που θάταν πολύ πιο φυσικώτερο, αντί εκείνη, να πέθαιναν, αφού ήτανε πατέρα και μητέρα, που χάρη της κι εκείνη η εκστρατεία σηκώθηκε ; ή μήπως πιότερη νάπιασε όρεξη τον Άδη για τα παιδιά μου εμένα, να τα φάη, παρά για κείνης; ή ο κοψόχρονός σου πατέρας έχασε κάθε στοργή για τα παιδιά, πού είχε από με, και μόνο για του Μενέλαου φρόντιζε ; δεν είναι άκαρδου αυτά κι αναίσθητου πατέρα ; 12 Εγώ έτσι το θαρρώ, κι ας πάη νά μου έχης ενάντια γνώμη εσύ. Μα η πεθαμένη, αν έπαιρνε φωνή, θα συμφωνούσε. Εγώ λοιπόν δεν έχω στην ψυχή μου κανένα βάρος για τα περασμένα. Και συ, αν νομίζης πως δεν κρίνω ορθά, σκέψου πρώτα καλά πάνω στο δίκιο κι έπειτα να κατηγορής τους άλλους.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα στην Κλυταιμνήστρα. Επεισόδιο Δεύτερο. 

ΗΛΕΚΤΡΑ Λοιπόν, αρχίζω: ομολογείς πώς σκότωσες τον άντρα σου. Και ποια μπορεί να ύπαρξη αισχρότερη απ’ αυτήν ομολογία, είτε ήταν δίκαιος, είτε όχι, ο φόνος ; Μα εγώ θα σου αποδείξω πως δεν είχες κανένα δίκιο, μόνο οι προτροπές του αθλίου σε παράσυραν εκείνου του άντρα, που συζής τώρα μαζί του. Ρώτα την Άρτεμη την κυνηγήτρα, ποιον για να τιμωρήση κράτησε όλους δεμένους τους ανέμους στην Αυλίδα ; ή εγώ θα σου το πω γιατί από κείνη δε μπορεί να τακούσωμε: Μια μέρα, καθώς ακούω, διασκέδαζε ο πατέρας στης Θεάς το άλσος, οπού με τον κρότο των ποδιών του ξεσήκωσ’ ένα ελάφι παρδαλό, με ωραία κέρατα μεγάλα. Κι αφού το σκότωσε, άφησ’ απ’ το στόμα έτσι απερίσκεπτα να του ξεφύγη μεγάλος λόγος, κι απ’ αυτό ωργισμένη κρατούσε η κόρη της Λητώς τα πλοία των Αχαιών, για να της θυσιάση την κόρη του αντισήκωμα ο πατέρας για το ελάφι. Κι έτσι έγινε ή θυσία της αδερφής μου. Αφού δεν ήταν τρόπος ούτε και να γυρίση ο στόλος πίσω, κι ούτε στην Τροία να πάη. Κι ήταν γι’ αυτό που αναγκασμένος, μ’ όλη τη μεγάλη αντίσταση του, τη θυσίασε τέλος την κόρη του, κι όχι για το χατίρι του Μενελάου. Μα κι ας παραδεχτούμε — για να τον πω και τον ισχυρισμό σου — πως τόκαμε για κείνου το συμφέρον γι’ αυτό έπρεπε λοιπόν κι απ’ το δικό σου να σκοτωθή το χέρι ; από ποιο νόμο ; πρόσεξε, αυτός ο νόμος σου, που βάζεις, μη σου βγη σε κακό και μετανοιώσης. Γιατί αν σκοτώνεται ένας γι’ άλλον, πρώτη θάπρεπε συ, αν μ’ αυτό κριθής το δίκιο. Μα κοίτα, μήπως είναι η πρόφαση σου σα να μην ήταν τίποτα. Γιατί έλα και πε μου, αν αγαπάς, τι ‘ναι που τάχα να δικαιώνη αυτά τα τωρινά σου αισχρότατα έργα ; να κοιμάσαι δίπλα μ’ εκείνο τον κακούργο, που μαζί του  ξέβγαλες τον πατέρα μου άπ’ τη μέση, να του κάνης παιδιά, ενώ τα πρώτα τα νόμιμα κι από νομίμους γάμους στην εξορία κρατείς ; και ποιος θα εγκρίνη αυτή σου τη διαγωγή ; ή μην ίσως αντίποινα θα πης μ’ αυτά πως παίρνεις της κόρης σου ; ντροπή σου κι αν τολμούσες. Γιατί ωραίο αλήθεια θάταν, εξ αιτίας της κόρης, να παντρεύεσαι μ’ εχθρούς σου. Μα ούτε και συμβουλή μπορεί να δώση κανείς σε σένα, που με χίλιες γλώσσες πας και φωνάζεις, πως κακολογούμε εσένα, τη μητέρα μας, που εγώ τύραννο πιότερο παρά μητέρα θεωρώ για μένα, που την ύπαρξη μου τη θλιβερή περνώ με τόσα πάντα κακά από σένα και το σύντροφο σου, κι ο άλλος, που μόλις ξέφυγε από μέσα απ’ τα χέρια σου, ζωή δυστυχισμένη τραβά στα ξένα, ο άμοιρος ο Ορέστης, που πάντα μου χτυπάς πως σου τον τρέφω για εκδικητή. Κι αλήθεια, αν ημπορούσα, θα τόκανα κι αυτό, να ‘σαι βεβαία. Κι όσο γι’ αυτά, σύρε σ’ όλο τον κόσμο και κήρυξέ με, αν θες, κακιά γυναίκα, ή φαρμακόγλωσση, ή γεμάτη αναίδεια. Γιατί αν είμαι όλα τούτα, κάπως λέγω πως δε ντροπιάζω εσένα που μ’ εγέννας.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Σήκωνε τώρα εσύ λοιπόν, γυναίκα, τις πάγκαρπές μου προσφορές, νά κάμω δέηση σ’ αυτόν τον κύριο και Θεό μου, τους τρόμους πόχω τώρα να εξορκίση. Φοίβε προστάτη, εισάκουσε, ικετεύω, τα κρυμμένα τα λόγια μου, γιατί δεν είμαι μες σε φίλους κι ουδέ πρέπει νά ξεσκεπάσω όλα στο φως, όσο είναι μπροστά κι αυτή, μην πάη κι από κακία σ’ όλη την πόλη με φωνές κι αντάρες σπείρη ψεύτικες φήμες. Μ’ άκουσέ μου κι έτσι, γιατί κι εγώ έτσι θα μιλήσω. Αν η οπτασία που είδα αυτή τη νύχτα, σ’ όνειρ’ αμφίβολα, ήταν για καλό, δος να μου στρέξη, Λύκειε βασιλιά μου· μ’ αν για κακό, κάμε που στο κεφάλι να πέση των εχθρών κι αν απ’ τα πλούτη τα τωρινά μου να με βγάλουν κάποιοι κρυφά σχεδιάζουν, μην τους το επιτρέψης. Μα είθ’ έτσι πάντα να περνά ή ζωή μου δίχως κακό, κι έχω στην εξουσία μου των Ατρειδών τα σπίτια και τα σκήπτρα μαζί μ’ αυτούς πόχω και τώρα φίλους κι ευτυχισμένη ζω, κι ακόμα, μ’ όσα παιδιά μου δε μου θέλουν το κακό μου κι έχθρα πικρή δε μόχουν στην καρδιά τους. Καλόγνωμος, Λύκειε Απόλλωνα, άκου αυτές μου τις ευχές και δόσε σ’ όλους εμάς καθώς σου τα παρακαλούμε. Όσο για τάλλα, είσαι θεός και πρέπει, κι αν τα σωπαίνω εγώ, να κατάλαβες. Φυσικά βλέπουν όλα οι γυιοι του Δία. 

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα στο Χορό. Επεισόδιο Δεύτερο.

ΗΛΕΚΤΡΑ Λοιπόν, περίλυπη και συντριμμένη, δε σας φαίνεται ; θρήνησε πικρά και σπάραξε, η αθλία, για το γυιο της που χάθηκε έτσι. Να, παιζογελόντας έφυγε. Αλλί μου εγώ η δυστυχισμένη, με πέθανε και μένα, αγαπημένε Ορέστη, ο θάνατος σου· γιατί πήρες άπ’ την καρδιά μου κι έφυγες τις μόνες ελπίδες πού μ’ απόμεναν ακόμη, πως ζωντανός θα γύριζες μια μέρα και του πατέρα εκδικητής και μένα. Και τώρα, πού έχω να στραφώ ; είμαι μόνη δίχως εσένα, δίχως τον πατέρα, και ανάγκη να γενώ και πάλι σκλάβα στους πιο χειρότερους μου εχθρούς, που μόχουν σκοτώση τον πατέρα μου. Καλή ‘ναι η θέση μου λοιπόν ; Μα όχι, ποτέ μου μαζί των κάτ’ από την ίδια στέγη πια δε θα ζήσω, μα έξω εδώ απ’ την πόρτα θα παρατήσω μόνη τον εαυτό μου, δίχως φίλους να μαραθή η ζωή μου. Και τότε, αν ενοχλήται από τους μέσα κανείς, ας με σκοτώση. γιατί θα ‘ναι χαρά μου ο θάνατος, και να ζω, λύπη. Κανένα πια πόθο ζωής δεν έχω.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Χρυσόθεμη στην Ηλέκτρα. Επεισόδιο Δεύτερο.

 ΧΡΥΣΟΘΕΜΗ Σου τα λέγω, λοιπόν, όλα όσα είδα. Καθώς φθάνω στον αρχαίο τον τάφο του πατέρα μας, βλέπω εκεί από πάνω απ’ το σωρό να ρέη χύμα γάλα νεοράντιστο κι ολόγυρα το μνήμα μ’ όσ’ άνθη βγάζ’ η γη στεφανωμένο. Ξαφνίστηκα που τα είδα, κι ένα γύρο στρέφω τα μάτια, μη τυχόν προβάλη κανείς εκεί κοντά, και καθώς έβλεπα όλο γύρω τον τόπον ήσυχο, πλησιάζω στον τύμβο πιο κοντά και βλέπω επάνω στην κορφή του μια νιόκοπη πλεξίδα. Κι άμα η ταλαίπωρη την είδα, αμέσως μου χτυπά μια γνωστή από πάντα εικόνα στην ψυχή μου, πως του πιο αγαπητού μου απ’ τους ανθρώπους βλέπω εμπρός, του Ορέστη, σημεία της παρουσίας του. Την παίρνω στα χέρια και χωρίς ανίερα να ξεφωνίσω, χαράς δάκρυα χύνω. Κι είμαι βέβαιη, και τώρα όπως και τότε, πως αυτή η προσφορά κανενός άλλου δεν είναι, παρά εκείνου, γιατί ποιού ταιριάζει αυτό το χρέος, έξω από μένα κι από σένα ; μα εγώ δεν τόχω κάμει, αυτό το ξέρω, κι ούτε συ άλλο τόσο. Και πώς ; αφού δε θα μπορούσες ούτε καν για ναό ατιμώρητ’ απ’ τη στέγη να μακρύνης αυτή ; μα πάλιν ούτε και της μητέρας, ουδέ η διάθεσή της τέτοια αγαπά νά κάνη, ουδέ κρυφά μας θα τόκανε. Λοιπόν μόνο του Ορέστη αυτά ‘ναι τα τιμητικά τα δώρα. Και πάρε θάρρος, αδερφή. Στους ίδιους ο ίδιος θεός δεν παραστέκει πάντα. Για μας άγριος εχθρός δείχτηκε ως τώρα. Μα η μέρα η σημερνή το δίχως άλλο αρχή μεγάλων αγαθών θα γίνη.

Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα στη Χρυσόθεμη. Επεισόδιο Δεύτερο.

 ΗΛΕΚΤΡΑ Άκου λοιπόν ποια απόφαση έχω πάρη : Κανείς απ’ τους δικούς μας — το γνωρίζεις καλά και συ — δεν έχει πια μας μείνη, μα ο Άδης μας τους άρπαξε, και μόνες οι δυο μας απομείναμε στον κόσμο. Εγώ όσο ακόμη μάθαινα πως ζούσε και τράνευε ο αδερφός μας, είχα ελπίδες νάρθη μια μέρα και να πάρη πίσω του πατέρα μας το αίμα. Μα αφού τώρα πια δεν υπάρχει, στρέφομαι σε σένα : τον κακούργο τον Αίγιστο, που το αίμα του πατέρα μας έχυσε, μ’ αυτή σου την αδερφή μαζί, να μη διστάσης να τον σκοτώσης, γιατί πια δεν πρέπει τίποτα να σου κρύβω. Ως πότε ακόμη θα κάθεσαι με χέρια σταυρωμένα ; ποια ελπίδα μας ορθή βλέπεις ακόμη ; εσύ, που τίποτ’ άλλο δε σου μένει παρά να κλαις τα πατρικά σου πλούτη που τάχασες, παρά, χρόνο με χρόνο, να γερνάς μες στα βάσανα και δίχως του γάμου τις χαρές να δοκίμασες. Και μην ποτέ σου ελπίσης τέτοιο πράμα, γιατί δεν είναι τόσο ανόητος άνθρωπος ο Αίγιστος, που να επιτρέψη ποτέ γενιά από σένα να βλάστηση κι από μένα, βέβαιος όλεθρός του. Αλλ’ αν τις συμβουλές μου ακολουθήσης, πρώτα για την ευσέβεια σου θάχης άξιο το μισθό σου στη γη κάτω κι απ’ τον πατέρα κι απ’ τον αδερφό μας, κι έπειτα ελεύθερη θα γίνης πάλι καθώς ήσουν κι εκ γενετής, και γάμο θα κάμης να σου αξίζη, γιατί πάντα στην αρετή αγαπούν να στρέφουν όλοι τα μάτια τους. Μα και δε βλέπεις πόση φήμη και δόξα θ’ απόχτησης κι ή ίδια κι εγώ μαζί, αν θελήσης να μακούσης ; Γιατί ποιος συμπολίτης ή ποιος ξένος δε θα μας υποδέχεται με τέτοιους επαίνους σα να μας βλέπη ; «Δήτε, φίλοι, τις δυο αδερφές που γλύτωσαν το σπίτι το πατρικό τους και που τους εχθρούς των, όσο γερά στα πόδια τους κι αν στέκαν, κατώρθωσαν, τη ζωή των αψηφόντας, να τους σκοτώσουν. Πώς λοιπόν δεν πρέπει 19 και ναγαπούν και να τις σέβωνται όλοι κι όλοι να τις τιμούν στα πανηγύρια και τις γιορτές για την παλληκαριά των ; » Τέτοια θα λέη για μας όλος ο κόσμος κι η δόξα μας ποτέ κι όσο που ζούμε κι αφού πεθάνομε δε θα μας λείψη. Πείσου, αδερφή, κι έλα να βοηθήσης τον πατέρα σου κι έλα να συντρέξης τον αδερφό σου, σώσε απ’ τα δεινά μου και μένα, σώσε και τον εαυτό σου, αφού στο νου σου βάλης τι αίσχος είναι η αισχρή ζωή σε ανθρώπους της σειράς μας.

 Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α Η Ηλέκτρα μόνη κρατώντας την τεφροδόχο του Ορέστη. Επεισόδιο Τρίτο.

 ΗΛΕΚΤΡΑ Ω λείψανο του πιο αγαπημένου απ’ τους ανθρώπους και το μόνο τώρα που μ’ απομένει απ’ τη ζωή σου, Ορέστη. πώς, παρά κάθ’ ελπίδα μου, όχι όπως σ’ έστελνα σε υποδέχομαι, μα τώρα ο,τι κρατώ στα χέρια, τίποτα είναι, ενώ σαν άστρο μου έλαμπες, παιδί μου, σα σ’ έστελνα μακρυά απ’ αυτά τα σπίτια. Άμποτε νάχα εγώ πεθάνη πρώτα, πρι σε στείλω στα ξένα, πρι σε κλέψω με τα χέρια μου αυτά, για να σε σώσω από το φόνο. Γιατί θάχες πέση και συ νεκρός εκείνη την ημέρα και θάβρισκες μέρος και συ στον ίδιο τον τάφο του πατέρα σου, ενώ τώρα μακρυά απ’ το σπίτι σου κι εξόριστος σ’ άλλη χώρα, κακό θάνατο βρήκες. κι ουδ’ είχες καν την αδερφή σου εμένα να λούση και να σου νεκροστολίση το κορμί με τα χέρια της και απάνω απ’ την πυρά το πένθιμό σου βάρος, όπως χρωστούσε, να μαζέψη η δόλια. Μ’ αφού από χέρια ξένων, άμοιρε, κηδεύτηκες, μας έρχεσαι μια φούχτα στάχτη, σ’ ένα μικρό λεβέτι μέσα. Αλλίμον’ όλες οι ανωφέλευτες εκείνες μου οι παλιές για σε φροντίδες, κι η κούραση η γλυκειά να σ’ αναθρέψω. Γιατί ουδέ της μητέρας σου δεν ήσουν πιότερο η αγάπη παρά και δική μου κι ούτ’ άλλου μες στο σπίτι, μα εγώ πάντα άκουα από σένα κι αδερφή και βάγια. Τώρ’ αυτά τέλειωσαν μες σε μια μέρα που πέθανες εσύ κι όλα σαν μπόρα μαζί σου τα παράσυρες και πήγες. Πάει ο πατέρας, πέθανα κι εγώ για σένα, ο ίδιος πας και πας χαμένος, γελούν οι εχθροί, τάχασε απ’ τη χαρά της η κακομάννα η μάννα μας, που τόσες φορές μου μήνυσες κρυφά πως θάρθης να την εκδικηθής. Μα να, τα πήρε όλ’ αυτά ο δαίμονας της δυστυχίας εμάς των δυο, που μου έστειλ’ έτσι, αντίς σου τη μυριοπόθητη μορφή, μια στάχτη και μια κούφια σκιά. Ω αλλίμονό μου ! Ω κακορίζικο κορμί, ωιμέ, ω η άραχλη κι ασβολερή, αλλί,  στράτα πού πήρες και με θανατώνεις και μένα ! Ναι, με σκότωσες, καλέ μου, μυριάκριβ’ αδερφέ μου. Λοιπόν δέξου και μένα στο στερνό σου αυτό το σπίτι, το τίποτα στο τίποτα, για πάντα κάτω στη γη να κατοικώ μαζί σου. Γιατί όπως και σαν ήσουν εδώ πάνω την τύχη σου είχα κάμη και δική μου, έτσι ποθώ και τώρα, αφού πεθάνω, να μη μου λείψη απ’ το δικό σου τάφο το μέρος μου και μένα· γιατί βλέπω πως μόνον οι νεκροί δεν υποφέρουν.

 Α Ι Α Σ  Η Αθηνά στον Οδυσσέα. Πρόλογος.

 ΑΘΗΝΑ Νύχτα, κλεφτά ξεκίνησε, μονάχος, απάνω σας να πέση. Τον εμπόδισα εγώ, ρίχνοντας πάνω στα μάτια του βαρυοσήκωτες πλάνες αγιάτρευτης χαράς και τον γυρίζω απάνω στα κοπάδια και στα βώδια, που αξεχώριστ’ ακόμη από το κούρσο τα φύλαγαν ανάκατα οι βουκόλοι. Πέφτει λοιπόν μέσα σ’ αυτά κι αρχίζει άγρια σφαγή ραχοκοπόντας γύρω με το σπαθί, και πότε του φαίνονταν πως σκότωνε με το ίδιο του το χέρι πιάνοντας τους δυο Ατρείδες, πότε πάλι πως απ’ τους άλλους στρατηγούς κανένα πέφτοντας κατεπάνω του, κι ενώ έτσι στον ταραγμό της τρέλλας του ρίχνονταν απάνω κάτω, εγώ ερεθίζοντάς τον πιο στου χαμού τον έσπρωχνα τα βρόχια. Κι αφού λούφαξε πια απ’ αυτό το μόχτο, δένοντας με σκοινιά τα βώδια που ήταν ακόμη ζωντανά κι ολόκερα κοπάδια μαζί από γιδοπρόβατα τα φέρνει μες στη σκηνή του, όχι σα να ήταν άγρη από ζώα με κέρατα, μα τάχα σα νάχε άντρες πιασμένους· κι έτσι τώρα δεμένα μέσα εδώ τα βασανίζει. Μα και σε σένα τώρα θενά δείξω την ολοφάνερή του αυτή την τρέλλα, για να τη δης και να το πης και σ’ όλους, τους Έλληνες. Μα στάσου εδώ με θάρρος και μη φοβάσαι τίποτα να πάθης. Γιατί θ’ αλλοιθωρίσω εγώ το φως του που ώστε την παρουσία σου να μη βλέπη. Ε σα, που με σκοινιά οπιστάγκωνα τα χέρια των αιχμάλωτών σου δένεις, έβγα εδώ που σου κράζω, εσένα λέω, τον Αίαντα. Μπρόβαλ’ έξω μπρος στην πόρτα.

 Α Ι Α Σ  Η Τέκμησσα στο Χορό. Επεισόδιο Πρώτο.

 ΤΕΚΜΗΣΣΑ Όλα θα μάθης πόγιναν, αφού είσαι δεμένος με τη μοίρα του. Λοιπόν, ήταν νύχτα βαθιά και πια δεν καίγαν οι βραδινές φωτιές, όταν εκείνος αρπάζοντας το δίκοπο σπαθί του, νάβγη έξω ετοιμαζόνταν, χωρίς λόγο. Και γω τον αποπαίρνω και του λέγω : Αίαντα, τι κάνεις ; πού ξεκινάς έτσι ακάλεστος να πας, χωρίς να λάβης μήνυμ’ από κανένα, ούτε νακούσης να κράζη καμιά σάλπιγγα, κι αφού τέτοιαν ώρα κοιμάται ο στρατός όλος ; Και κείνος μου ‘πε αυτά τα λίγα λόγια που πάντα μας τα ξαναλέν : Γυναίκα, της γυναίκας το στολίδι η σιωπή είναι. Τάκουσα εγώ και μούλωξα, και εκείνος πετάχτηκ’ έξω μόνος. Τι κατόπι να γένηκ’ εκεί κάτω, δεν το ξέρω, μα γυρνόντας κουβάλησ’ εδώ μέσα, δεμένα όλα μαζί, μια ολάκερη άγρη από ταύρους, μαντρόσκυλα, θρεφτάρια πυκνόμαλλα, πάρχισε να τα σφάζη, άλλα χτυπόντας τα στο σβέρκο κι άλλα στρέφοντας το κεφάλι τους απάνω κι άλλα ξεσκίζοντας τα από τη ράχη. Μερικά πάλι, ορμόντας στο κοπάδι, βασάνιζε δετά σα νάταν άντρες. Τέλος πετάχτηκ’ έξω και μιλόντας με κάποιον ίσκιο, σε βαριά ξεσπούσε για τους Ατρείδες και τον Οδυσσέα βρισόλογα, μαζί ανεκατεμένα με πολλά γέλια, τάχα πως τους είχε με μεγάλο τους ντρόπιασμα πλερώση. Κι έπειτα ορμόντας ξανά πάλι μέσα μόλις με τον καιρό κι αγάλι αγάλι συνέρχεται. Μα καθώς βλέπει γύρω το σπίτι απ’ τη φθορά γιομάτο εκείνη, έσκουξε το κεφάλι του χτυπόντας και μες στα στοιβαγμένα τα ρημάδια του αρνήσιου φόνου πέφτει σωριασμένος τραβόντας τα μαλλιά του με τα νύχια. Κι έτσι καθόνταν πολλήν ώρα, δίχως μιλιά να βγάζη κι έπειτα γυρνόντας σε μένα με φοβέρισε αγριεμένα, αν δεν θα του φανέρωνα ο,τι νάταν το κακό που τον βρήκε και ρωτούσε 24 τι ήταν εκείν’ η θέση που βρισκόνταν. Κι εγώ από φόβο, φίλοι μου, όλα εκείνα όσα γνώριζα πόκαμε του τα ‘πα. Κι ευτύς σε γοερούς ξέσπασε θρήνους που όμοιους ποτέ δεν του είχ’ ακούση ως τότε. Γιατί εξηγόνταν πάντα του, πως μόνο σε δειλούς και μικρόψυχους ταιριάζουν τέτοια ξεφωνητά. Κι έτσι με δίχως στριγγές φωνές βαρυαναστέναζε πνιχτά, σαν που να μουκανιόταν ταύρος. Σε τέτοια συφορά λοιπόν πεσμένος χωρίς να φάη ή να πιη, κάθεται τώρα ήσυχος μες στα πούσφαξε κοπάδια. Μα φαίνεται πως κάποιο έχει στο νου του κακό να κάμη, γιατί κάτι τέτοιο τα λόγια και τα κλάματά του δείχνουν. Μα ω φίλοι εσείς — γιατί γι’ αυτό ‘ναι που ήρθα εδ’ όξω — μπάτε μέσα και βοηθήστε όπως μπορείτε, γιατ’ οι τέτοιοι πάντα μαλάζουνται απ’ των φίλων τους τα λόγια.

Α Ι Α Σ Η Τέκμησσα στον Αίαντα. Επεισόδιο Πρώτο.

ΤΕΚΜΗΣΣΑ  Αίαντ’ αφέντη, τίποτε δεν είναι πιο μεγάλο κακό για τους ανθρώπους από την τύχη που τους ρίξ’ η ανάγκη. Έτσι κι εγώ από λεύτερο πατέρα γεννήθηκα, που ήταν μες στη Φρυγία, όσο κανείς πιο δυνατός στα πλούτη. Τώρα είμαι σκλάβα, γιατί φαίνετ’ έτσι το Θέλησαν οι θεοί και το δικό σου προπάντων χέρι. Και γι’ αυτό, αφού έχω μεραστή το κρεβάτι σου με σένα, σου έχω αφοσιωθή με την καρδιά μου και σε ξορκίζω στον εφέστιο Δία και στο δεσμό που σ’ ένωσε μαζί μου, μην ταξιώσης φαρμακερά νακούσω λόγια από τους εχθρούς σου, αν θα μαφήσης στα χέρια κανενός να πέσω σκλάβα. Γιατ’ αν εσύ πεθάνης και τελείωσης αυτά πού λες, να ξέρης πως την ίδια μέρα εκείνη κι εγώ, με βια αρπαγμένη απ’ τους Αργείους μαζί με το παιδί σου, της σκλαβιάς το ψωμί θα δοκιμάσω. Και κάποιος απ’ τ’ αφεντικά μας λόγια πικρά θα ρίξη που να με σπαράξουν: Για δήτε την παρακοιμάμενη του Αίαντα εκείνου, που την πιο μεγάλη μες στο στρατό είχε δύναμη, ποια τώρα ζωή σκλάβας περνάει, εκεί που τόσο τη ζηλεύανε πρώτα ! Έτσι θα λένε. Μα ενώ θα παίρνη και θα σέρνη η μαύρη μοίρα μου εμένα, τι ντροπή για σένα και τη γενιά σου θα ‘ναι αυτά τα λόγια ! Μα ντράπου τον πατέρα σου που αφήνεις σε άχαρα γερατειά, ντράπου μια μάννα με τα τόσα τα χρόνια της στη ράχη, που όλο και στους θεούς παρακαλιέται να της γυρίσης ζωντανός στο σπίτι. Λυπήσου, βασιλιά, και το παιδί σου, που αν στερηθή τις φροντίδες που θέλουν τανήλικα και ζη, αν εσύ του λείψης, κάτω απ’ ορφανοτρόφους, όχι φίλους, στοχάσου το κακό που ο θάνατός σου θαφήση και σε κείνο και σε μένα. Γιατί κι εγώ κανέν’ άλλο από σένα που να στρέψω τα μάτια μου δεν έχω. Την πατρίδα μου, εσύ με το σπαθί σου την ξέκαμες κι άλλη μου πήρε μοίρα 26 τη μάννα μου και κείνον που μ’ εγέννα, να κατοικούν νεκροί στον Άδη κάτω. Τι λοιπόν θα μπορούσε να μου γίνη πατρίδ’ αντίς εσένα και ποια πλούτη ; Εσύ είσαι κι η ζωή κι ο θάνατος μου και μη μ’ αποξεχνάς και μένα. Ο άντρας πρέπει να το θυμάται αν έχη κάποια δοκιμάση ευχαρίστηση. Γιατ’ είναι η χάρη πάντα που γεννά τη χάρη. μα όποιος ξεχνά το καλό που του κάμουν ποτέ δεν θάταν άξιος της γενιάς του.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι  Η Δηιάνειρα στον Ύλλο. Πρόλογος. 

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Είν’ ένας λόγος πού γυρνά στον κόσμο απ’ τα παλιά τα χρόνια : πως δεν είναι να ξέρης για κανένα, πριν πεθάνη, αν του ήταν ή καλή ή κακή η ζωή του. Μα τη δική μου εγώ, και πριν ακόμα στον Άδη κατεβώ, καλά την ξέρω, πως μου είναι μόνο δυστυχία και βάρος. Γιατί σα ζούσα ακόμα στα παλάτια του πατέρα μου Οινέα στην Πλευρώνα, δοκίμασα εξ αιτίας της παντρειάς μου τέτοια φριχτή αγωνία, καθώς άλλη καμιά γυναίκα από την Αιτωλία. Γιατ’ έναν ποταμό μνηστήρα μου είχα, τον Αχελώο, που σε τρεις μορφές ήρθε και με ζητούσε απ’ το γονιό μου. Τη μια ταύρος πραγματικός, την άλλη σα στριφτοπαρδαλό γιγάντιο φίδι, και ξανά πάλι με το σώμα ανθρώπου και βωδιού κεφαλή κι απ’ τη δασειά του γενειάδα όλο νερά κυλούσαν βρύσες. Τέτοιος μνηστήρας να με περιμένη, παρακαλούσα η άθλια να πεθάνω πριν το κρεβάτι αυτό να πλησιάσω. Ως που στερνά και με πολλή χαρά μου ήρθ’ ο τρανός του Δία και της Αλκμήνης ο γυιος, και μπαίνοντας σε αγώνα μάχης με κείνον, με λευτέρωσε. Με τέτοιο όμως τρόπο γένηκε ο μόχτος, δε θα μπόρειου να δηγηθώ, γιατ’ ούδε και το ξέρω. Μόν’ όποιος θα καθότουν μπρος, νά βλέπη ατρόμαχτος τη μάχη, θα μπορούσε. Μα εγώ ‘μουν απ’ το φόβο αλαλιασμένη μήπως κακό μου φέρη η ομορφιά μου. Μα έδωκε ο Δίας ο αγώνιος και πήραν καλό τέλος τα πράματα — αν μπορούμε να το πούμε καλό. Γιατί από τότε που διαλεγμένη δόθηκα γυναίκα στον Ηρακλή, πάντα από κάποιο φόβο σ’ έν’ άλλο φόβο πέφτω, ανησυχόντας όλο για κείνον, γιατί νύχτα μπάζει και νύχτα διώχνει απανωτές τις έγνοιες. Βέβαια, παιδιά αποχτήσαμε, μα εκείνος αριά και κάπου τάδε, σα γεωργός που έχοντας ένα μακρυνό χωράφι το βλέπει μόνο όταν το σπέρνη κι όταν θα πάη και μια φορά να το θερίση. 28 Και τώρα πόχει όλους αυτούς τους άθλους ξεκεφαλώση, τώρα είναι κι αν είναι πόχω τους μεγαλύτερους μου φόβους. Γιατί από τότε πόχει θανατώση τον Ίφιτο, διωγμένοι απ’ την πατρίδα ζούμε εμείς τώρα εδώ μες στην Τραχίνα σε φίλου σπίτι, μα πού έχει πάη εκείνος κανείς δεν ξέρει. Όμως έμενα σ’ έγνοιες μ’ έχει πικρές ριγμένη ο μισεμός του. Και σα να τόχω βέβαιο πως τον βρήκε κάποιο κακό, γιατ’ όχι λίγο χρόνο μα πάνε τώρα δέκα πέντε μήνες που μένει δίχως μηνυτή να στείλη. Κάποιο κακό μεγάλο τρέχει. Τέτοιες γραφές μου άφησε φεύγοντας, που εγώ συχνά στους θεούς εύχομαι, μην είναι για συφορά μου που τις έχω πάρη.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι Η Δηιάνειρα στο Χορό. Επεισόδιο Πρώτο.

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Θάχης, καθώς στοχάζομαι, ακουσμένα τα τι υποφέρω κι ήρθες. Μα εύχομαι ποτέ μην πάθης κι η ίδια, για να νοιώσης τι ‘ν’ αυτά που μου λυώνουν την ψυχή μου κι ιδέα δεν έχεις τώρα. Γιατ’ η νιότη στα δικά της που βόσκει τα λημέρια, δεν την ταράζουν μήτε του ήλιου κάμα, μήτε οι βροχές, μήτε του ανέμου οι μπόρες, μα μέσα στις χαρές κυλά η ζωή της αξέγνοιαστη, ως που η νέα, αντίς παρθένα θα ονομαστή γυναίκα και θα πάρη μέρος κι αυτή, τις νύχτες της, στις έγνοιες τρέμοντας για τον άντρα ή τα παιδιά της. Τότε κανείς, σαν κρίνη άπ’ τα δικά του, θα νοιώση τα κακά που με βαραίνουν. Βέβαια παθήματα πολλά κι ως τώρα έκλαψα εγώ. Μα σαν κι αυτό που αμέσως θενά σου πω, κανένα απ’ όλα εκείνα. Σαν ξεκινούσε για την τελευταία την εκστρατεία του ο άντρας μου ο Ηρακλής μου άφησε τότε κάτι πινακίδες στο σπίτι εδώ μ’ απάνω χαραγμένες παλιές γραφές, μα που ποτέ του πρώτα, σαν έφευγε για τους πολλούς του αγώνες, δεν τόκρινε κι ανάγκη να εξηγήση γιατί τραβούσε βέβαιος για τη νίκη κι ουδ’ έβαζε το θάνατο στο νου του. Μα τούτη τη φορά, σα να μην ήταν πια για ζωή, μούπε τι πέφτει έμενα να παίρνω, σα γυναίκα του, απ’ το βιο του. Μούπε και για καθέν’ απ’ τα παιδιά του τι μέρος απ’ τα υπάρχοντα του αφήνει. Και προθεσμία μου ώριζε, πως αν περάσουνε τρεις μήνες κι ένας χρόνος απ’ τον καιρό που θάλειπε απ’ τη χώρα, ή θάπρεπε ως τα τότε να πεθάνη, ή πως, αν προσπερνούσε αυτό το τέρμα, θα ζούσε τις επίλοιπές του ημέρες ωχρίς βάσανα πια. Γιατ’ ήταν, μούπε, γραμμένο απ’ τους θεούς, τέτοιο να πάρουν οι άθλοι του τέλος, όπως μια φορά τού τόπε στη Δωδώνη η αρχαία η δρύα με τη φωνή των δυο περιστεριώ της. Και συμφωνά τώρα ο καιρός που πρέπει όλων αυτών να πάρη η αλήθεια τέλος. Έτσι που ενώ γλυκοκοιμούμαι, φίλες, 30 να ξεπετιούμαι απάνω αλαλιασμένη απ’ την τρομάρα, αν είναι και τον χάσω τον πρώτο μέσα σ’ όλους τους ανθρώπους.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι Η Δηιάνειρα στο Λίχα. Επεισόδιο Πρώτο.

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Μη, σε ξορκίζω στο Θεό που αστράφτει ψηλ’ απ’ τις σύδεντρες πλαγιές της Οίτης, μην κρύβης την αλήθεια, και δεν έχεις να κάμης με μια ανόητη γυναίκα, μηδέ που να μη ξέρη πώς είν’ έτσι τανθρώπινα πλασμένα από τη φύση, να μην ευχαριστιούνται όλο στα ίδια. Στον έρωτα όποιος θέλει, σαν πυγμάχος, να του σταθή αντικρύ, δε θάχη γνώση. Γιατ’ αυτός κυβερνά, όπως του αρέσει, και τους θεούς και μένα και γιατί όχι κι όποιαν άλλη γυναίκα σαν κι έμενα. Ώστ’ αν είχα παράπονο του αντρός μου, που έπεσε στην αρρώστεια αυτή, θε νάταν μεγάλη τρέλλα, είτε κι αυτής της νέας της αφορμής ενός κακού, που εμένα καμιά, ατιμία ή προσβολή δε φέρνει. Δεν είν’ αυτό. Μ’ αν σ’ έχη μάθη εκείνος να λες αυτά τα ψέματα, δεν πήρες καθόλου ωραίο μάθημα. Κι αν πάλι αφ’ εαυτού σου είσ’ έτσι μαθημένος, ενώ θες να φανής καλός στον άλλο, θα βρεθής μόνο πονηρός πως είσαι. Πες λοιπόν όλη την αλήθεια. Σκέψου τι στίγμα για ένα ελεύθερο άνθρωπο είναι να τον λεν ψεύτη. Γιατί μην πιστέψης πως είναι τρόπος να κρυφτής. Πολλοί ‘ναι που σ’ άκουσαν και που θα μαρτυρήσουν. Μα κι ούτε να φοβάσαι θάχες δίκιο. Γιατί το να μη μάθω την αλήθεια αυτό θα με δυσαρεστούσε, ενώ τι κακό θάταν να την ξέρω ; μήπως δεν είναι ο Ηρακλής αυτός, που κι άλλες αμέτρητες γυναίκες πήρε ως τώρα ; κι όμως ποτέ δεν άκουσε καμιά των ή κακό λόγο ή προσβολή από μένα. Το ίδιο κι αυτή, ουδ’ αν ακόμη εκείνος θάλυωνε απ’ την αγάπη της. Γιατί άμα την είδα εγώ, βαθιά συμπόνια πήρα, που ρήμαξε η ομορφιά της τη ζωή της και χάλασε και σκλάβωσε άθελά της 32 η άμοιρη την πατρίδα της. Μ’ ας πάνε όπως τα πάει το ρέμ’ αυτά. Σε σένα μόνο θέλω να πω, να φυλάς γι’ άλλους τις πονηριές σου αυτές, αλλά σε μένα πάντα να λες μονάχα την αλήθεια.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι Η Δηιάνειρα στο Λίχα. Επεισόδιο Πρώτο.

 ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Ενώ, φίλες μου, ο Λίχας μες στο σπίτι μίλα με τις αιχμάλωτες τις κόρες, έτοιμος πια να φύγη, εγώ βγήκα κρυφ’ απ’ την πόρτα: κι ήρθα εδώ σε σας και να σας πω τι δόλο έχω ετοιμάση και να κλάψω μαζί σας τα όσα πάσχω. Γιατ’ άθελα μου δέχτηκα εδώ μέσα μια κόρη — κι όχι πια, νομίζω, κόρη, μα γυναίκα — σαν πανωγόμι ναύτης, κακή πραμάτεια, λώβα της ψυχής μου. Και δυο εμείς τώρα, στο ίδιο το κρεβάτι να μας πάρη αγκαλιά τον καρτερούμε. Τέτοια ο πιστός κι ο καλός που τον λένε μας στέλλει ό Ηρακλής τα ευχαριστώ του που του βαστούσα το νοικοκυριό του τόσο τώρα καιρό. Μα εγώ δεν ξέρω να του θυμώνω, που συχνά η αρρώστεια τον πιάνει αυτή. Μα πάλι ποια γυναίκα θα μπόρειε νάχη αυτή συγκάτοική της για νάχουν μερασιά τους ιδίους γάμους ; Γιατί και βλέπω της μιανής τη νιότη όλο και να φουντώνη, ενώ της άλλης μαραίνεται, και των αντρών τα μάτια το άνθος της μιας τρυγούν, ενώ απ’ την άλλη τραβούνε πόδι. Κι εγώ αυτό φοβούμαι, μήπως μόνο με τόνομα θε να ‘ναι άντρας μου ο Ηρακλής, ενώ σταλήθεια γυναίκα του θε νάχη την πιο νέα. Μα καθώς είπα, η γνωστικιά η γυναίκα, σωστό, να τη νικά ο θυμός, δεν είναι. Ακούστε λοιπόν, φίλες, με ποιο τρόπο λέω ναπαλλαχτώ απ’ αυτή την πίκρα : Είχ’ απ’ τα χρόνια τα παλιά ένα δώρο του αρχαίου κενταύρου, φυλαγμένο μέσα σε χάλκινο δοχείο, και που το πήρα ενώ ήμουν νέα ακόμη από το Νέσσο σαν ξεψυχούσε βαριοπληγωμένος. Αυτός, περνούσε τότε τους ανθρώπους με πλερωμή το βαθυρρεματάρη τον Εύηνο, στα χέρια του, και δίχως νάχη είτ’ από κουπιά ή ξάρτια ανάγκη. Αυτός λοιπόν, όταν κι εγώ απ’ τα σπίτια τα πατρικά, πρώτη φορά, ακλουθούσα τον Ηρακλή, γυναίκα του, ενώ με είχε στους ώμους του, σαν ήμαστε στη μέση του ποταμού, ταχρεία του χέρια απλώνει 34 απάνω μου. Κι εγώ τις φωνές μπήγω, κι ευτύς του Δία ο γυιός γυρνά και στέλλει φτερωτό βέλος, που σφυρίζοντας τον περνά ως τα πλεμόνια. Μα το αγρίμι πρόφτασε να μου πη, πριν ξεψυχήση : Κόρη του γέρου Οινέα, άκου τι κέρδος, αν κάμης όπως θα σου πω, θε νάχης από το πέρασμα σου αυτό, γιατ’ ήσουν η τελευταία που πέρασα. Αν μαζέψης το πηγμένο το γαίμα της πληγής μου απ’ το μέρος του βέλους πόχει βάψη το μαύρο της Λερναίας Ύδρας φαρμάκι, γήτεμ’ αυτό θα σου είναι της αγάπης του άντρα σου του Ηρακλή, ώστε ποτέ του εκείνος άλλη να μη δη γυναίκα που να την στρέξη πιότερο από σένα. Αυτό, φίλες μου, σκέφτηκα το φίλτρο, που αφού πέθανε κείνος τόχα κρύψη καλά μες στο παλάτι, κι άλειφα λοιπόν αυτό εδώ το χιτώνα, βάζοντας όσα πρι να πεθάνη μουπ’ εκείνος. Κι έτσι τέλειωσε αυτό. Μα θεός μη δώση να ξέρω εγώ κι ουδέ ποτέ να μάθω τις κακές τόλμες, κι αποστρέφομαι όσες τις βάζουν μπρος. Μα για να δω αν μπορέσω, μ’ αυτά που κάνω του Ηρακλή τα μάγια και τις γητειές, να νικήσω τη νέα, γι ‘ αυτό είναι πού σοφίστηκα την πράξη, αν δε σας φαίνεται άστοχη πως είναι. ειδεμή — τη σταμάτησα ευτύς κιόλας.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι Η Δηιάνειρα στο Λίχα. Επεισόδιο Πρώτο.

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Μα ίσα-ίσα κι εγώ γι’ αυτά καταγίνομαι, Λίχα, όση ώρα εσύ μιλούσες με τις ξένες μες στο παλάτι — για να πας του αντρός μου το λεπτοϋφασμένο αυτό χιτώνα δώρο απ’ το χέρι το δικό μου. Κι όταν τον παραδίνης, πες νάχη το νου του μήπως άλλος κανείς πριν από κείνον τον φορέση κατάσαρκα και πως δεν πρέπει να τον δη μήτε φως ήλιου, μήτε ιερός περίβολος ναού, μήτε εστίας φεγγοβολή, πριν αυτός μόνο σταθή, λαμπρός στο λαμπρό φάνισμά του, και στους θεού τον δείξη, την ημέρα της ταυρόσφαγης θυσίας. Γιατί έτσι τάξιμο τόχα, αν θα τον έβλεπα να μου γυρνούσε μια φορά στο σπίτι ζωντανός, ή αν θα νάκουα είδησές του, να τον στολίσω, μ’ όλα μου τα δίκια, με τον χιτών’ αυτό, και μπρος στα μάτια να τον παρουσιάσω των θεών θυσιαστή λαμπρό με λαμπρά πέπλα. Και θα του πας σημάδι να πιστέψη την πατημένη αυτή σφραγίδα απάνω, που εύκολα εκείνος θα γνωρίση. Τώρα σύρε, και πριν απ’ όλα να φύλαγες το νόμο αυτό : να μη ζητάς να κάνης πιότερ’ απ’ τη δουλειά που είσαι σταλμένος. Σε τρόπο που και κείνου κι η δική μου η χάρη που θα σου χρωστώ να σμίξουν κι από μονή διπλή να την κέρδισες.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι Η Δηιάνειρα στο Λίχα. Επεισόδιο Δεύτερο.

 ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Τέτοιο γένηκε κάτι, που αν, γυναίκες, τακούσετε, θάμα άπιστο θα πήτε : Η άσπρη τουλούπα από μαλλί προβάτου, που άλειφα τώρα μ’ αυτήν το χιτώνα το γιορτινό, έγινε άφαντη, χωρίς κανένας απ’ τους μέσα να τη γγίξη, μα μόνη της μαράθηκε λυωμένη κι έρρεψε στάχτη καταγής στην πέτρα. Μα για να μάθης πώς γένηκαν όλα θα σου τα δηγηθώ κι ένα προς ένα. Εγώ, απ’ τις οδηγίες που μου είχε δώση ο Κένταυρος, ενώ η πικρή σαΐτα μες στα πλευρά τον δάμαζε, καμιά δεν ξέχασα, μα φύλαγα στο νου μου σαν άσβηστη γραφή σε χαλκή πλάκα. Ιδού λοιπόν τι μου ‘χε παραγγείλη και που έκαμα κι εγώ : Αυτό το φίλτρο μακρυά από τη φωτιά να το φυλάγω κι άγγιχτο πάντ’ από θερμήν αχτίνα στου παλατιού τα βάθη, ως νάρθη η ώρα να ταλείψω νωπό σε κάτι απάνω. Έτσι έκαμα. Λοιπόν σήμερα που ήταν ανάγκη να ενεργήσω, πάω κι αλείφω το δώρο μου κρυφά μες στο παλάτι με μαλλί πόχα κόψη από ‘να αρνί μας, κι έπειτα το διπλώνω και το βάζω, αθώρητο απ’ τον ήλιο, μες σε κείνο που είδετε το κουτί. Μα όταν γυρίζω μέσα ξανά, βλέπω ανήκουστο θάμα που δεν το βάζει ανθρώπου νους. Γιατί το μαλλί που χρειάστηκα ναλείψω έτσι στην τύχη τόρριξα σε μέρος ζεστό, πού πέφτανε του ήλιου οι ακτίνες. Μα μόλις πια ζεστάθηκε κι αμέσως χάνεται άφαντ’ ολάκερο και ρεύει στάχτη στη γης κι έμοιαζε να το βλέπης σαν πριονίδια από ξύλο που κόβουν. Έτσι είναι καταγής κι από κει που ‘ναι πεσμένο, αφρός πηχτός ανακοχλάζει, καθώς όταν χάμω χυθή ο παχύς χυμός του ολόξανθου καρπού του Βάκχου. Τι λοιπόν πρέπει να σκεφθώ δεν ξέρω η δύστυχη, μα βλέπω που έχω πράξη κάτι τι τρομερό. Γιατί από πού κι ως πού και για ποιο λόγο ο Νέσσος πεθαίνοντας θα μου έδειχνε μια τέτοια 37 συμπάθεια, αφού σκωτόνουνταν για μένα ; Δε γίνεται. Μα θέλοντας εκείνον που τον είχε σαϊτέψη να εξόντώση, με πλάνεψε. Και μόλις αργά τώρα, που πια δεν ωφελεί, το βάζει ο νους μου. Γιατ’ εγώ μόνη, αν ψεύτικες δε βγούνε αυτές μου οι ιδέες, εγώ η δυστυχισμένη θα τον έχω σκοτώση, αφού γνωρίζω πως το βέλος που του έρριξε, ακόμα ως και θεό, το Χείρωνα, είχε φάη, και φτείρει όλα τα ζωντανά που αγγίζει. Αυτό λοιπόν το βέλος που από τόσους πέρασε φόνους κι είναι μαύρο από αίμα, πως δε θα φάη κι αυτόν ; αυτή ‘ναι εμένα τουλάχιστο η ιδέα μου. Αν κι έχω την απόφαση πάρη, αν πάθη εκείνος, με μιας κι εγώ μαζί του να πεθάνω. Γιατί δεν είναι υποφερτό να ζη κακονοματισμένη μια γυναίκα πόχει τιμή της την καλή γενιά της.

Τ Ρ Α Χ Ι Ν Ι Α Ι  Η Βάγια στο Χορό. Κομμός.

ΒΑΓΙΑ Ναι, με τρόπο φριχτό. Θακούσης και θα μαρτυρήσης. Αφού πέρασε μέσα στο παλάτι μονάχη κι είδε στην αυλή το γυιο της πόστρωνε χαμοκρέβατο, να πάη τον πατέρα του πίσω νανταμώση, κρύφτηκε όπου κανείς να μην τη βλέπη και μούγγριζε μρος στους βωμούς πεσμένη πως έμεν’ ορφανή, κι έκλαιε το κάθε πούθελ’ αγγίξη, η δόλια, απ’ τα συγύρια του σπιτιού, πούχε πριν στη δούλεψή της. Και δω και κει γυρνόντας μες στο σπίτι, σαν έβλεπε κανέν’ απ’ τους καλούς της τους δούλους, έκλαιγε κοιτάζοντάς τον κι έκραζε βαργομόντας τη δικιά της τη μοίρα και του σπιτικού της, που έτσι ξένο θάμενε πια για τα παιδιά της. Κι αφού τέλειωσ’ αυτά, τη βλέπω ξάφνου μες στου Ηρακλή το θάλαμο να τρέχη. Κι εγώ σκιαστά από μια γωνιά κρυμένη την παραφύλαγα και να, τη βλέπω να βάζη ταπλωτά στρωσίδια απάνω στου Ηρακλή το κρεβάτι και κατόπι πήδησε απάνω, κάθησε στη μέση και, ξεσπόντας σε θερμά δάκρυα βρύση, είπε : Ω κρεβάτι, ω νυφικά στρωσίδια, για πάντα σας αφήνω γεια, και μένα ποτέ δε θα με δήτε πια εδώ μέσα νάρχωμαι για να κοιμηθώ. Αυτά είπε μόνο κι ευτύς τον πέπλο της ανοίγει με ορμή απ’ το μέρος που ήτανε μπηγμένος με χρυσή μπρος στο στήθος της καρφίτσα και γύμνωσ’ όλη την αριστερή της πλευρά ως το νώμο επάνω. Αμέσως τρέχω μ’ όση μπορούσα βία, να πω στο γυιο της τι ετοίμαζε η μητέρα του να κάμη. Μα μεταξύ σ’ αυτό το πάνε κι έλα τη βρίσκομε νάχη βαθιά μπηγμένο στα πλευρά δίκοπο μαχαίρι, κάτω απ’ το συκώτι και το φράχτη. Ο γυιος της έσκουξε σαν την είδε, γιατί, ο μαύρος, ένοιωσε πως αυτός με την οργή του την έσπρωξε κι αργά από τους ανθρώπους του παλατιού είχε μάθη, ότι άθελά της γελασμένη απ’ τον Κένταυρο είχε κάμη ο,τι έκαμε. Κι έτσι ο δυστυχισμένος 39 δάκρυα δεν άφησε πού να μη χύση θρηνολογοντας και γεμίζοντας την με τα φιλιά του απάνω της πεσμένος, με το κορμί του δίπλα στο κορμί της βαριά βογγόντας, τι άδικα όλη εκείνη τη φριχτή κατηγόρια είχε της ρίξη, κι έτσι με μιας θα μείνη ορφανεμένος μαζί κι από πατέρα κι από μάννα. Αυτά μας βρήκαν μέσα. Ώστε, αν κανένας λογαριάζη για δυο ή και παραπάνω μέρες ζωής, δε θα ‘ναι στα καλά του. Γιατί αύριο δεν υπάρχει, πριν περάση κανείς καλά τη σημερνή του ήμερα. 

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ

Η Ιοκάστη στον Οιδίποδα. Επεισόδιο Δεύτερο.

 ΙΟΚΑΣΤΗ Μη γνοιάζεσαι, λοιπόν γι’ αυτά, μα εμένα. άκου να μάθης, πως θνητός κανένας τη μαντική την τέχνη δεν κατέχει. Κι απόδειξη ολοφάνερη σου φέρνω. Στο Λάιο ήρθε χρησμός, δε λέω απ’ το Φοίβο μα απ’ τους ιερείς του κάποτε, πώς είναι μοίρα του να πεθάνη απ’ το παιδί που θα γεννιούνταν από με κι εκείνον. Κι όμως αυτόν ξένοι ληστές σκοτώνουν σιμά σ’ αμαξωτό τρίστρατο, ως λένε. Και το παιδί, πριν τριώ μερώ να γίνη, των ποδιών τα σφυρά αυτός δένοντας του, στέλνει, και σε βουνό έρημο το ρίχνουν. Κι έτσι ο Απόλλων δεν άφησε ούτε τούτο φονιάς να βγη του γονιού του, ούτε ο Λάιος να πάθη απ’ το παιδί του όσα εφοβόταν. Κι όμως αυτά οι χρησμοί μας προφητεύαν. Μη σε πλανεύουν. Ο,τι ό Θεός κρίνει χρήσιμο, εύκολα ο ίδιος φανερώνει

Η Ιοκάστη στο Χορό. Επεισόδιο Τρίτο.

 ΙΟΚΑΣΤΗ Μου ήρθε, της χώρας άρχοντες, η ιδέα Στους ναούς να ‘ρθω των Θεών, κρατώντας Τα θυμιάματα αυτά και τα στεφάνια. Γιατί ταράζουν την ψυχή του Οιδίπου λογής καημοί, κι απ’ τους παλιούς δεν κρίνει, τους νέους χρησμούς, σαν άντρας μυαλωμένος, μα ακούει καθένα, αν φοβερά μαντεύη. Σα δε φελούν τα λόγια μου, σ’ εσένα, Λύκειε Απόλλωνα, που είσαι πιο κοντά μας, μ’ ευλάβεια αυτές τις προσφορές σου φέρνω, για να μας βρης καθαρμό και βοήθεια. Τι όλοι τρέμουμε, βλέποντας τον, όπως καραβιού καπετάνιο τρομαγμένο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Η Αντιγόνη στο Χορό. Κομμός.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ Ω ξένοι πονόψυχοι, μ’ αφού δεν υποφέρατε ακούοντας το γηραλέο πατέρα μου αυτόν να σας λέη αθέλητα τα έργα του, καν σπλαχνιστήτε, ικετεύω, την έρημη, ω ξένοι μου, έμενα, που σας προσπέφτω γι’ αυτό τον ταλαίπωρο, πού σας προσπέφτω κοιτάζοντας όχι με μάτια τυφλά μες στα μάτια σας σα νάμουν αίμ’ απ’ το αίμα σας, να βρη συμπόνια από σας ο ταλαίπωρος, γιατί από σας κρεμόμαστε σαν από θεό, οι δυστυχισμένοι. Μα έλα, αξιώστε να δούμε από σας την ανέλπιστη χάρη. Σ’ ο,τι έχεις το πιο σου ακριβό σε ξορκίζω, ή τέκνο, ή γυναίκα, ή βιος, ή θεό σου. Γιατ’ άνθρωπο, αν ψάξης, κανένα δε θα βρης που όταν τον σπρώχνη ο Θεός στο χαμό, θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Η Ισμήνη στον Οιδίποδα. Επεισόδιο Πρώτο.

 ΙΣΜΗΝΗ Εγώ τα βάσανα που πέρασα, πατέρα, για να βρω το μέρος, όπου κατάφυγες, θαφήσω κατά μέρος. Γιατί δε θέλω δυο φορές να νοιώσω τον πόνο τους, τη μια σαν τα περνούσα και ξανά πάλι να σας τα διηγούμαι. Μα τα κακά πόπεσαν τώρα επάνω στους δυο τους κακορίζικους τους γυιους σου, γι’ αυτά ‘ναι που ήρθα εδώ να σου τα μάθω. Συνερισιά ήταν πρώτα μεταξύ των ναφήνανε στον Κρέοντα το θρόνο, για να μη μολυνόντανε κι η πόλη, βάζοντας με το νου τους την παλιά κατάρα της γενιάς, πόπεσε απάνω στο σπιτικό σου το συφοριασμένο. Τώρα, κάποιος θεός κι ο διεστραμένος νους των, τους έχει σπρώξη τους τρισάθλιους σε κακιά ‘μάχη, να έβαζαν στο χέρι τη βασιλεία και την αρχή του κράτους. Ο νεώτερος λοιπόν, παρ’ όλο που ήταν μικρότερος στα χρόνια, αρπά το θρόνο απ’ τον πρωτότοκο τον Πολυνείκη κι εξόριστο τον διώχνει απ’ την πατρίδα. Μα εκείνος, καθώς όλοι μες στη Θήβα έχουν να λεν, πρόσφυγας πήγε στο Άργος κι έδεσ’ εκεί και νέα συμπεθεριά και συμμαχίες μ’ ασπιδοφόρους φίλους, με την ιδέα πως σε λίγο το Άργος ή θα υποτάξη με τιμή και δόξα τη γη των Καδμείων, ή θα τους υψώση στα ουράνια. Και δεν είναι αυτά, πατέρα, λόγια του αέρα, μα έργα για να φρίξης. Αλήθεια, ως πού οι θεοί θα σπλαχνιστούνε τα δικά σου τα βάσανα, δεν ξέρω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Η Αντιγόνη στον Οιδίποδα. Επεισόδιο Τέταρτο.

 ΑΝΤΙΓΟΝΗ Άκου και με, πατέρα, που αν και νέα, θα συμβουλεύσω. Άφησε να κάμη και της καρδιάς, του ο βασιλιάς τη χάρη αυτή και του θεού, καθώς το θέλει. Σε μας τους δυο υποχώρησε και δέξου νάρθη ο αδερφός μου. Με τη βία τη γνώμη δε θα σε κάμη, κι έγνοια σου, ν ‘ αλλάξης, αν πράματα σου πη που δεν σου αρέσουν τι θα σε βλάψη πως θ’ ακούσης λόγια ; απ’ τα λόγια ίσα – ίσα στο φως βγαίνουν κι όσα κανείς έργα κακά σχεδιάζει. Συ τον γέννησες, ώστε κι αν σου είχε κάμη τα πιο ασεβέστερα κακά, πατέρα, δεν θα σου ήταν ποτέ συχωρεμένο το κακό με κακό να του πλερώσης. Μ’ άφις τον. Έχουν κι άλλοι κακές φύτρες κι αψύ θυμό, μα οι συμβουλές των φίλων και τα γλυκόλογά των μαλακώνουν το φυσικό των. Συλλογίσου ο ίδιος όχι τις τωρινές, μα τις παλιές σου που σε ηύραν συφορές από πατέρα κι από μητέρα, κι αν εκείνα βάλης στο νου σου, θα εννοήσης, είμαι βέβαιη, πόσο ο κακός θυμός κακά τελειώνει. Κι έχεις όχι να πης μικρά σημάδια στερημένος το φως τώνε ματιώ σου. Μα υποχώρησε πια. Καλό δεν είναι τόσο πολύ να σε παρακαλούνε για δίκιο πράμα. Ούτ’ ένας, να τον έχουν ευεργετήση, όμως αυτός τη χάρη πόλαβε να μην ξέρη να πλερώση.

Τ Ε Λ Ο Σ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *